Advance

ΜΟΥΣΕΙΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟΥ ΑΝΔΡΕΟΥ ΣΥΓΓΡΟΥ
PDF Εκτύπωση E-mail

Το 1912 δημιουργήθηκε ένα μουσείο κέρινων προπλασμάτων στο νοσοκομείο «Α. Συγγρός» παρόμοιο με αυτό του νοσοκομείου St. Louis του Παρισιού. Εμπνευστής και αρχικός κατασκευαστής ήταν ο ίδιος ο καθηγητής Γεώργιος Θ. Φωτεινός, ο οποίος σπούδασε στο Παρίσι το 1902-1905 και επεδίωξε να μάθει την τέχνη αυτή κοντά στον περίφημο κατασκευαστή Baretta, που όμως αρνήθηκε πεισματικά να μεταδώσει την γνώση του. Τελικά συνεχίζοντας τις σπουδές του στο Βερολίνο και με την υποστήριξη του καθηγητού Lassar, έπεισε τον κατασκευαστή προπλασμάτων του μουσείου της Πανεπιστημιακής κλινικής του Βερολίνου, γλύπτη Kasten, να τον μυήσει στην τεχνική αυτή.
Το μουσείο του νοσοκομείου «Α. Συγγρός» περιέχει 1660 κέρινα προπλάσματα αφροδισίων και δερματικών νόσων που αρχικά δημιουργήθηκαν απο τον καθηγητή Γ. Θ. Φωτεινό και στην συνέχεια απο ειδικά εκπαιδευμένους τεχνίτες όπως τον ζωγράφο Κ. Χ. Μητρόπουλο (εισήχθει 3ος στην σχολή Καλών Τεχνών το 1892). Στην συνέχεια την κατασκευή των κέρινων προπλασμάτων συνέχισε ο γιός του Γεώργιος Κ. Μητρόπουλος που όπως αναφέρεται απο τους παλιούς εργαζόμενους του Νοσοκομείου ξεπέρασε στην τέχνη και τον πατέρα του και ο οποίος απο την αγάπη του στην δουλειά αυτή, έμενε μέσα στο Νοσοκομείο. Τα κέρινα προπλάσματα του Νοσοκομείου «Α. Συγγρός», χρησιμοποιήθηκαν στις αρχές του 20ου αιώνα ως εκπαιδευτικό υλικό και είναι εφάμιλλα αυτών του μουσείου του St. Louis του Παρισιού.
Ο καθηγητής Γ. Θ. Φωτεινός εδώρησε το 1913 στην Στρατιωτική Σχολή του Παρισιού Val de Grace, μετά απο παράκληση του αρχιάτρου Arnaud, αρχηγού της στρατιωτικής υγειονομικής αποστολής στην Ελλάδα, εξήντα (60) προπλάσματα που απεικόνιζαν βλάβες από κρυοπαγήματα και τραύματα των μαχητών – στρατιωτών της πολιορκίας του Μπιζανίου. Αυτά δε αποτελούν μόνιμα εκθέματα του μουσείου της παραπάνω Σχολής και φυλλάσσονται σε ειδική προθήκη όπου υπάρχει επιγραφή με την χώρα προέλευσής των και το όνομα του δωρητή.
Επίσης δέκα (10) προπλάσματα εκτίθενται στο μουσείο της Ιστορίας της Ιατρικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, που στεγάζεται στο πρώτο κτίριο του Πανεπιστημίου, στην Πλάκα.
Σήμερα η συλλογή με τα 1660 κέρινα προπλάσματα φυλάσσεται σε ξύλινες προθήκες σε δύο αίθουσες της βιβλιοθήκης του Νοσοκομείου «Α. Συγγρός» και είναι ανοιχτή στο κοινό. Μάλιστα στην μεγαλύτερη αίθουσα που είναι ειδικά διαμορφωμένη γίνονται επιμορφωτικά σεμινάρια. Ο χώρος είναι πολύ επιβλητικός και προσδίδει την χαρακτηριστική χροιά της εποχής εκείνης.
Αξίζει να συντηρηθεί και να διασωθεί η μεγάλη αυτή πολιτιστική μας κληρονομιά. Τα κέρινα προπλάσματα αποτελούσαν ουσιαστικό μάρτυρα της δερματολογικής εικονογραφίας και είναι η τομή όπου η τέχνη συνεργάζεται με την επιστήμη. Αποτελούν το κύριο μέσο διδασκαλίας καθώς και ενθύμιο των ασθενών που εμπιστεύθηκαν στους τεχνίτες το βασανισμένο σώμα τους, με σκοπό να συνεισφέρουν στην ιατρική γνώση.

ΚΕΡΙΝΑ ΠΡΟΠΛΑΣΜΑΤΑ

Τα προπλάσματα που δείχνουν μιά ακίνητη τρισδιάσταση απεικόνιση των παθήσεων του δέρματος, υπήρξαν για μεγάλο χρονικό διάστημα ο ιδεώδης τρόπος μελέτης και εκμάθησης αυτών των νοσημάτων για τους δερματολόγους. Γιατί χάρη στην προσεκτική παρατήρηση των προπλασμάτων, ήταν δυνατόν για πρώτη φορά να απομνημονευθούν και οι παραμικρότερες λεπτομέρειες της μορφολογίας των δερματικών βλαβών και να τεθούν οι βάσεις για την εκμάθηση της δερματολογίας.
Τα προπλάσματα για παθήσεις του δέρματος ακολουθούν μια μακρά παράδοση, αυτή της ιατρικής χρήσης του κεριού που γεννήθηκε στην Γαλλία τον 15ο αιώνα ως προέκταση μιας άλλης πρακτικής, των κέρινων ταμάτων στις εκκλησίες της Ιταλίας, που χρονολογείται απο τον 13ο αιώνα.

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ

Κατά την δεκαετία του 1860 τα κέρινα προπλάσματα βρήκαν εφαρμογή πάνω σε νοσήματα του δέρματος. Ήταν ένα βήμα πολύ καθοριστικό για την εποπτική απόδοση της δερματολογίας. Η νοσηλεία των ασθενών με δερματοπάθειες, η καθιέρωση της δερματολογίας ως ειδικότητας και η θέληση των εκπαιδευτών να δώσουν στους φοιτητές εικόνες πιο πιστές στις ασθένειες του δέρματος, έκαναν την κατασκευή των κέρινων προπλασμάτων απαραίτητο μέσο διδασκαλίας. Τα κέρινα προπλάσματα, που μιμήθηκαν τόσο τέλεια τις ασθένειες του δέρματος, ξεπέρασαν σε πιστότητα τις γκραβούρες, τους πίνακες από ακουαρέλα και τις λιθογραφίες που χρησιμοποιήθηκαν ως μέσο διδασκαλίας μέχρι τότε. Η φωτογραφία δεν αντικατέστησε αμέσως τα κέρινα προπλάσματα που συνέχισαν να δημιουργούνται μέχρι το 1958.
Στην Γαλλία το πρώτο κέρινο πρόπλασμα με νόσημα του δέρματος, δημιουργήθηκε το 1867 από τον κατασκευαστή Jules Baretta στο νοσοκομείο St. Louis του Παρισιού. Αξίζει να σημειωθεί ότι κατασκεύασε μόνος του 3500 κομμάτια μέχρι το 1884. Η τέχνη του είναι μέχρι σήμερα άγνωστη, εξαιτίας της επιμονής του Baretta, να μην εκπαιδεύσει κανέναν από τους μαθητές του στην τεχνική αυτή.
Το αποτέλεσμα ήταν ότι όσοι ενδιαφερόμενοι θέλησαν να την μάθουν, αναγκάσθηκαν να πειραματισθούν ή να καταφύγουν σε άλλα δερματολογικά κέντρα της εποχής εκείνης που εφάρμοζαν παρόμοιες τεχνικές.
Η κατασκευή ενός κέρινου προπλάσματος χρειαζόταν την συνεργασία του ασθενούς με το δερματολογικό νόσημα, ενός ιατρού που θα εκτιμούσε την περίπτωση και ενός τεχνίτη εκμαγείου ικανού να αναπαράγει την νόσο με όλες τις λεπτομέρειες που θα έδιναν το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα τόσο για την αποτύπωση όσο και για την διατήρηση του προπλάσματος. Η πρώτη παρουσίαση των κέρινων προπλασμάτων που απεικόνιζαν δερματολογικά νοσήματα έγινε στο Παρίσι το 1889 στο 1ο Διεθνές Συνέδριο δερματολογίας - Αφροδισιολογίας.

ΤΕΧΝΙΚΗ ΤΩΝ ΚΕΡΙΝΩΝ ΠΡΟΠΛΑΣΜΑΤΩΝ

Στην πράξη η γαλλική τεχνική είχε τρεις φάσεις: την κατασκευή ενός καλουπιού από γύψο, την κατεργασία του κομματιού από κερί που κυλάει μέσα στο καλούπι και το τελείωμα του κέρινου προπλάσματος. Η δημιουργία του προπλάσματος άρχιζε με την εφαρμογή του υγρού γύψου πάνω στον άρρωστο που κάλυπτε και τις παραμικρές λεπτομέρειες της βλάβης (εκμαγείο). Αυτό το εκμαγείο αλειφόταν με σαπούνι ή με λάδι για να κλείσουν οι πόροι και για να διευκολυνθεί αργότερα η αποκόλληση του κεριού από το καλούπι. Το λιωμένο κερί (στους 60ο C) που χυνόταν μέσα στο καλούπι κρύωνε και στερεοποιείτο, συνήθως ήταν άσπρο κερί Σμύρνης ή σπανιότερα άσπρο σπερματσέτο που γινόταν από λάδι κεφαλιού φάλαινας. Συνήθως χρησιμοποιούσαν διάφορα προσθετικά που προσέδιδαν στο κερί το φυσικό χρώμα του δέρματος. Μετά το ξεκαλούπωμα οι ατέλειες που έμεναν στο πρόπλασμα ξύνονταν και καθαρίζονταν με ένα πινέλο βουτηγμένο σε νέφτι. Τα προπλάσματα αυτά σπάνια έφεραν χαρακτηριστικά, όπως μάτια ή μαλλιά. Σε αυτή την περίπτωση τα μάτια κατασκευάζονταν από φυσητό γυαλί ή από όστρακα και ήταν τοποθετημένα στις εσοχές που είχαν διαμορφωθεί ειδικά πάνω στο πρόπλασμα. Τέλος η εμφύτευση αληθινών μαλλιών προσέδιδε φυσική όψη στο πρόσωπο του κέρινου ομοιώματος.
Η τελετουργική κατασκευή του κέρινου προπλάσματος, προσέδιδε στην συνεργασία του ασθενούς και του τεχνίτη ένα προσωπικό στενό δεσμό.